Ο Oργανισμός των Ηνωμένων Εθνών για το AIDS (UNAIDS) καλεί για Eνίσχυση των παρεμβάσεων Μείωσης της Βλάβης

Με στόχο τον τερματισμό της επιδημίας του AIDS μέχρι το 2030 (‘Ending AIDS by 2030’), o οργανισμός των Ηνωμένων Εθνών για το AIDS τονίζει την αναγκαιότητα επένδυσης σε προγράμματα Μείωσης της Βλάβης, προκειμένου να εξασφαλιστεί πως οι άνθρωποι που κάνουν χρήση ενδοφλέβιων ναρκωτικών θα έχουν καθολική και ίση πρόσβαση σε αυτά. Καλεί για πολιτικές που σέβονται τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις ανάγκες των ΧΕΝ (χρηστών ενδοφλέβιων ναρκωτικών) και προωθεί υπηρεσίες πρόληψης, θεραπείας, φροντίδας και άλλες υποστηρικτικές δομές που σχετίζονται με τον ιό HIV. Αντίστοιχες είναι και οι συστάσεις από το Γραφείο των Ηνωμένων Εθνών για τα Ναρκωτικά και το Έγκλημα (UNODC) και τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (WHO), που, επίσης, προτείνουν την υλοποίηση αντίστοιχων προγραμμάτων και υπηρεσιών στο πλαίσιο μια ολοκληρωμένης δέσμης μέτρων προς τους ευάλωτους πληθυσμούς.

«Η ύπαρξη νόμων και πολιτικών που δεν προκαλούν βλάβη στους ανθρώπους που κάνουν χρήση ναρκωτικών και η αυξανόμενη επένδυση σε προγράμματα και υπηρεσίες μείωσης της βλάβης έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση των νέων μολύνσεων από τον HIV, τη βελτίωση της υγείας και ευρύτερα κοινωνικά οφέλη» (UNAIDS, 2016). Αντίστοιχα, νόμοι που προβλέπουν μέτρα εναλλακτικά της φυλάκισης και της δίωξης για χρήση και κατοχή ναρκωτικών για προσωπική χρήση μειώνουν τις επιβλαβείς συνέπειες που σχετίζονται με τη χρήση και δεν οδηγούν σε αυξανόμενη χρήση ουσιών. Σύμφωνα με στοιχεία του UNAIDS, παγκοσμίως, υπάρχουν: περίπου 12 εκ. άνθρωποι που κάνουν ενδοφλέβια χρήση ναρκωτικών, εκ των οποίων το 14% (1.6 εκ.) ζει με τον ιό HIV και το 50% (6 εκ.) με τον ιό της ηπατίτιδας C. Επίσης, το 2014 είχαμε 140000 νέες μολύνσεις από τον ιό του HIV στον πληθυσμό των ΧΕΝ, χωρίς να διαφαίνεται καμία μείωση στον ετήσιο αριθμό των νέων αυτών μολύνσεων κατά την τετραετία 2010-2014.


Η επιστημονική έρευνα δείχνει ξεκάθαρα ότι η Μείωση της Βλάβης λειτουργεί, σε αντίθεση με νόμους και πολιτικές που θέτουν εμπόδια στην πρόσβαση των ανθρώπων που κάνουν χρήση ψυχοδραστικών ουσιών σε υπηρεσίες υγείας. Πιο συγκεκριμένα, η θεραπεία υποκατάστασης με οπιοειδή σχετίζεται με: (α) 54% μείωση του κινδύνου μόλυνσης από τον ιό του HIV στον πληθυσμό των ΧΕΝ, (β) μείωση του κινδύνου μόλυνσης από τον ιό της ηπατίτιδας C, (γ) αύξηση της συμμόρφωσης στην αντιρετροϊκή θεραπεία, (δ) μείωση των δαπανών για την υγεία και (ε) 90% μείωση στα περιστατικά υπερδοσολογίας. Σε χώρες, όπως η Αυστραλία, όπου – εδώ και μια δεκαετία – εφαρμόζονται προγράμματα παροχής συρίγγων και βελόνων, ο αριθμός των νέων κρουσμάτων έχει μειωθεί έως και 70% για το HIV και έως 43% για την ηπατίτιδα C.

Παρά το μεγάλο σύνολο των επιστημονικά τεκμηριωμένων στοιχείων, μόνο 80 από τις 158 χώρες στις οποίες έχει καταγραφεί ενέσιμη χρήση ναρκωτικών έχουν τουλάχιστον μία τοποθεσία που προσφέρει θεραπεία υποκατάστασης με οπιοειδή, και μόνο 43 χώρες έχουν προγράμματα στις φυλακές. Προγράμματα βελόνων και συρίγγων είναι διαθέσιμα μόνο σε 90 χώρες και μόνο 12 χώρες παρέχουν το συνιστώμενο όριο των 200 αποστειρωμένων βελονών ανά άτομο ανά έτος.
Τα Ηνωμένα Έθνη τονίζουν πως η μη διαθεσιμότητα υπηρεσιών μείωσης της βλάβης σε συνδυασμό με την ανεπαρκή κάλυψη, όπου είναι διαθέσιμες, θέτουν σε κίνδυνο την αποτελεσματική διαχείριση του HIV. Αναγνωρίζουν πως οι τρέχουσες επενδύσεις για τις υπηρεσίες μείωσης της βλάβης είναι ανεπαρκείς, προκειμένου να τερματιστεί η επιδημία του AIDS έως το 2030 και αντίθετες με τις δεσμεύσεις που έχουν αναλήφθηκαν στην Πολιτική Διακήρυξη του 2016 για τον τερματισμό του AIDS και καλούν για ολοένα αυξανόμενες πρωτοβουλίες στον τομέα της Μείωσης της Βλάβης για τους ανθρώπους που κάνουν χρήση ψυχοδραστικών ουσιών.
Πηγή: http:http://www.unaids.org/en/resources/presscentre/featurestories/2016/october/20161010_harmreduction